Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Almost gone




Μου φαίνεται πως οι άνθρωποι έχουν παρανοήσει, όσο πάει το χάνουν περισσότερο. Ο εγωισμός αρρωσταίνει αν τον αφήσεις ανεξέλεγκτο. Σε καταπίνει λίγο λίγο και μεταλλάσσεσαι στην πιο αποκρουστική ύπαρξη. Δεν σε νοιάζει να αλλάξεις, μα απαιτείς την ανοχή των άλλων σαν κάτι φυσιολογικό. Έτσι φέρεσαι και τώρα. Τώρα που δεν χωράνε εγωισμοί, τώρα που φτάνει το οριστικό τέλος, ανήμπορο να σε ταρακουνήσει. Με θλίβει. Μέρα με τη μέρα. Αστείο που πολλές φορές οι ευχάριστες ευωδιές του παρελθόντος είναι και αυτές που σε σπάνε σε κομμάτια. Τα γέλια, η ζέστη, ο συνωστισμός από καρδιές γεμάτες αγάπη. Δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ που τα έζησα, ή να τα καταραστώ που πλέον δεν τα νιώθω ούτε στον αιθέρα που περνάει.
Το τέλος φτάνει και δεν είσαι εδώ. Άραγε το πήρες χαμπάρι πως δεν έχει γυρισμό; Συμβαίνει και εσύ δεν ξυπνάς. Η ζέστη θα γίνει κρύο, η φωνή δεν θα ακουστεί ξανά και το μόνο που θα αφήσει στο διάβα του θα είναι μια ανάμνηση. Μια ιδέα της ύπαρξης και έναν γλυκό πόνο με τη συνοδεία ενός πικρού χαμόγελου. Κι εσύ πλήρης από ενοχές, χωρίς καθόλου ντροπές.
Θυμώνω που η θύμηση μιας αλλοτινής εποχής χτυπάει τα σωθικά μου. Θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Δεν το έκανες να συμβεί.
Θα φύγει, με το ζόρι κρατάει το νήμα της. Κοντοζυγώνει η στιγμή που θα εγκαταλείψει τον πραγματικό εαυτό. Θα αποχωριστεί την γνώριμη υπόστασή της. Φεύγει και φεύγεις. Αυτή για πάντα.. Εσύ;;


Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Ο εφιάλτης που πήρε ζωή




    Ξύπνησα σήμερα με αυτή την παράξενη μα γνώριμη αίσθηση που έχεις όταν έχει προηγηθεί κάποιος εφιάλτης. Ανοίγεις τα μάτια και κοιτάς μία το ταβάνι και μία γύρω σου και προσπαθείς να συνέλθεις. Πείθεις τον εαυτό σου πως όλο αυτό που βίωσες είναι δημιούργημα του μυαλού και πως τώρα χάθηκε. Τελικά, χαμογελάς αμυδρά αντικρίζοντας την πραγματικότητα, που καμία σχέση δεν είχε με το αλλοτινό σου όνειρο.
    Ξύπνησα σήμερα και ο εφιάλτης δεν ήταν ψεύτικος, ούτε έφυγε ακόμα. Πέρασαν ώρες και ακόμα νιώθω περίεργα με την θύμηση του. Μέχρι που συνειδητοποιώ πως δεν πρόκειται για όνειρο απατηλό, αλλά για ένα αμείλικτο χτύπημα τούτης εδώ της ζωής. Και είναι αλήθεια. Είναι η γαμημένη αλήθεια που πρέπει να την δεχτείς παθητικά. Αποδέξου απλά πως δεν υπάρχει τίποτε στον κόσμο που να μπορείς να κάνεις εδώ. Μόνο να περιμένεις να συμβεί. Αργά ή γρήγορα; Γρήγορα θα επέλεγα, όσο πιο ανώδυνο γίνεται. Αλλά δεν είμαι εγώ αυτή που έχει την δύναμη πάνω του. Κανείς τώρα πια δεν μπορεί να το ελέγξει. Έφτασε η ώρα του να κάνει τα ‘’μαγικά’’ του και να σκοτώσει αυτόν που διάλεξε. Κι ας είναι αίμα μου, τι σημασία έχει;
  
Σε χάνω κι εσένα, πιο σύντομα απ’ότι περίμενα. Είναι άδικο που σου προσάπτεται τόσο βαρύ φορτίο. Μακάρι να σου ήταν εύκολο αυτό το τέλος. Όμως δεν μετράει η γνώμη μου. Θα φροντίσω να σου πω όσα έχω καιρό να πω και να σου δώσω όλον τον ελεύθερό μου χρόνο. Μόνο αυτή την ευκαιρία έχω.  Μέχρι την τελευταία στιγμή που θα σ’αντικρίσω ζεστή να σφύζεις από μια σχεδόν τελειωμένη ζωή..


O
εφιάλτης μου αναπνέει, δεν είναι προϊόν φαντασίας και ο εφιάλτης γίνεται δυο φορές εφιάλτης. 


Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

' Never too late '




   Ο κόσμος είναι ένα χάος. Μια καταπακτή που ανά πάσα στιγμή θα θελήσει να σε τραβήξει βαθιά. Αλλά εσύ δεν το γνωρίζεις και τον πάτο που φτάνεις τον φορτώνεις στον εαυτούλη σου. Μπορεί στο τέλος να φταις κι εσύ. Τι γίνεται όμως με τα χέρια του δίπλα, που προσπαθούν να σε πνίξουν; Δε βγάζω νόημα, πάλι.

   Ίχνη δύναμης δεν υπήρχαν κι εγώ έπλασα απ’την αρχή λιγοστή για να την δώσω σε σένα. Ήταν μια σκληρή μάχη με το μέσα μου και το δικό σου. Εκείνο το διαλυμένο που αντίκρισα και πάγωσα.  Δεν έπαψες ποτέ να κατηγορείς την αρρώστια που σε τρώει για όλα τα λάθη. Βρισκόσουν τυφλά προσηλωμένος στην εικόνα που άλλοι είχαν για σένα που στο τέλος την πίστεψες. Εγώ όσο και να πάλευα, δεν μπόρεσα. Δεν κατόρθωσα να σε πείσω να δεις τα μάτια σου μέσα απ’τα δικά μου. Δεν ήμουν αρκετή. Με θλίβει αυτό.
Παγιδεύτηκες σε έναν φαύλο κύκλο και δεν θέλησες πραγματικά να δραπετεύσεις. Σε κυριεύει η θλίψη και την ζητάς αρρωστημένα. Την δημιουργείς ακόμη κι εκεί που ούτε αχνοφαίνεται.
    Σε ένιωσα, να ξέρεις. Έβλεπα εμένα. Μια νοσηρή περίοδο που με κατέστρεφα λίγο λίγο, σαν εθισμένη στο πιο σκληρό ναρκωτικό. Του ξέφυγα. Ποτέ δεν είναι αργά. Αν δεις καθαρά όσα χάνεις θα μετανιώσεις κάθε στιγμή που άφησες να διαλυθείς. Η σκιά που σε κρατάει αιχμάλωτο θα τρέμει από φόβο μόλις σε δει να την σκοτώνεις με κόπο.
   Γιατί δεν το είδες; Γιατί με έβγαλες ανίκανη; Γιατί ευνούχισες εσένα τον ίδιο ακόμη μια φορά;

Ο κόσμος είναι ένα χάος. Διέκρινες ένα αμυδρό φως και δεν έτρεξες προς αυτό. Σε είδα όμως να βρίσκεσαι στραμμένος εκεί.

  Ελπίζω σε μια μέρα.

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

Στο όνομα της Α.



   Παρ’ότι έχουν γυρίσει κάμποσες σελίδες από τότε, η αίσθηση της ανάμνησης παραμένει ολοζώντανη να διαδραματίζεται ξανά και ξανά μπροστά στα μάτια μου. Κι ας μην τα είδα ποτέ πραγματικά. Μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις και όταν αυτές οι λέξεις έχουν ειπωθεί η εικόνα παίρνει σάρκα και οστά και χαράζεται χωρίς δυνατότητα διαγραφής. Μόνο λήθης. Άθελα μου τα βιώνω με την ίδια συχνότητα, ειδικά τα βράδια. Εκείνα τα ελάχιστα μα τόσο αποκρουστικά λόγια, την αδιανόητη συμπεριφορά και την παντελή έλλειψη αντίληψης της ζημίας που αργότερα προκάλεσαν. Έμαθα πως τα τραύματα δεν περιορίζονται μόνο στα παιδικά μυαλά, αλλά εξαπλώνονται και στα κουρασμένα. Βιάστηκα με εμπειρίες που μου στοίχισαν την ηρεμία μου. Η ευκολία της αγάπης να σε ποδοπατά, το πόσο λίγος φαίνεσαι στα μάτια των άλλων κι ας βρίσκονται σε παραλήρημα και η αδυναμία του ανθρώπου που παγιδεύτηκε στο χάος των ψευδαισθήσεων. Κοίτα που η θύμηση των λεπτομερειών προκαλεί το ίδιο σκίσιμο. Μια ιδέα πνιγμού, χωρίς στ’αλήθεια να ξέρεις πώς είναι να πνίγεσαι. Θυμός και μετά άφεση στην επιρροή όλων αυτών των εικόνων.
Μήνες μετά βρέθηκα να προσπαθώ να με πείσω πως το δικαίωμα για λάθη ανήκει σε όλους. Άλλωστε εγώ πώς τα κατάφερα να ξεγλιστρίσω από τα δικά μου; Ανάθεμα.
  Είναι βαρύ, χωρίς καμία υπόνοια παράκαμψης.
  Είναι που διαλύεται μέσα στην θέρμη της ασταμάτητης οικειότητας.
  Και συγχωρείται. Στο όνομα της αγάπης.







Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Σαν ημερολόγιο [12/8/2016]

Walk far far away, to go beside you.



 Εχθές τον είδα. Εχθές του μίλησα και δεν ήταν όπως κάθε φορά. Έβλεπα το πρόσωπό του και τον τρόπο που τα μάτια του περιφέρονταν στο χώρο. Καταλάβαινα τις ανάσες που αβίαστα έπαιρνε για να συνεχίσει να μιλάει. Και μύρισα την αύρα του για να αποτυπωθεί στην περιορισμένη και επιλεκτική μου μνήμη. Μέσα σε όλα αυτά πρόσεξα και την τελετουργία που ακολουθούσε απ’ το να στρίψει ένα τσιγάρο μέχρι και να ρουφήξει την τελευταία τζούρα. Προσπάθησα να μη γίνει αντιληπτή η διαρκής παρατηρητικότητά μου, μη φανώ περίεργη, και μπόρεσα να διακρίνω τα όσα ανύποπτος μου έδειχνε. Χιλιάδες εικόνες το λεπτό και εγώ ήθελα να τις αρπάξω όλες. Με θυμάμαι στιγμές να αναγνωρίζω το παιδί που πράγματι ήταν και άλλες το αρσενικό που ο ίδιος ένιωθε πως υπήρχε. Αυτός ασυγκράτητος και εγώ δεμένη χειροπόδαρα απ’ τον αυτοέλεγχό μου, τόσο που με ξάφνιασα.
  Οι ώρες κυλούσαν και συνειδητοποιούσα ότι χαλούσα, την διάθεσή μου, την όρεξή του, την πολυαναμενόμενη στιγμή μας. Ήταν δεδομένο πως οι διαθέσεις του ήταν άγριες, το ίδιο νόμιζα κι εγώ για μένα. Εξάλλου, τόσον καιρό η εγκεφαλική μας διέγερση είχε κορυφωθεί στο επίπεδο του απρόσωπου. Χημεία το είχαμε ορίσει αλλά όχι σκέτο. Όχι μόνο τις ορμές που προκαλούσε ο ένας στον άλλο ούτε την σχεδόν αδύνατη σύμπτωση των κοινών γούστων. Ήταν και κάτι ανώτερο που άλλοτε αιωρούνταν από πάνω μας, το οποίο αδιάλλακτα αποφάσισε να τερματίσει ο ένας. Τώρα έμειναν μόνο οι ορμόνες και η ψύχρα μιας τυχαίας ηδονής. Η όρεξη μου δεν ελαττώθηκε άδικα, μα ήταν έρμαιο αυτής εδώ της απογοήτευσης. Η παγερή επιφάνεια που κατάφεραν να αγγίξουν δυο άνθρωποι με τόσες δυνατές προοπτικές και η πρόφαση της απόστασης που την εδραίωσε. Μάλιστα, ήταν περίεργο που η αναμονή και ο συμβιβασμός μηνών δεν οδήγησε σε μια έκρηξη διαχυτικότητας και παρορμητικότητας. Δεν συνέβη καμία εκδήλωση κρυμμένων πόθων ούτε μια αίσθηση πλήρωσης και ικανοποίησης,
  Σε αυτό το σημείο διευκρινίζω πως τούτες οι ελλείψεις αφορούν το πρόσωπό μου, το άλλο μέτωπο παραμένει ένα παιδί, δεν καταλαβαίνει το βάρος. Τον δικαιολογώ. Καλύτερα που δεν ξέρει ακόμη αυτά που εγώ έμαθα στην ηλικία του. Ίσως πάλι να φταίει που ποτέ δεν με έθεσε πραγματικά εκεί που έλεγε. Υπήρξε πληγωμένος και του έλειπε η σταθερή φροντίδα και αγάπη και αυτά ήταν που του έδωσα. Μια μέρα δεν τα χρειαζόταν άλλο, αυτή η ανάγκη υποχώρησε. Τον κατανοώ. Όλοι λίγο ή πολύ, άθελα μας, πατήσαμε σε κάποιον για να νιώσουμε καλά. Άθελά του λοιπόν. Αυτό με παρηγορεί. Ηθελημένα λοιπόν τον πίστεψα. Αυτό μου φέρνει απογοήτευση. Ακόμα μία φορά πιάστηκα από ένα σπάνιο για μένα αίσθημα και το άφησα παραδομένη να με ελέγξει. Το χειρότερο είναι πως δεν μπορώ να αποδώσω ευθύνες σε κανέναν για το άδοξο τέλος, το  μέλλον ήταν δεδομένο πριν ακόμη αρχίσει και αν θυμάμαι καλά αυτός ξεκίνησε. Ξεκίνησε με την γραμμή τερματισμού ένα βήμα μπροστά και ήταν ο μόνος που την διέκρινε.
  Εχθές τον είδα και δεν ήταν όπως κάθε φορά. Δεν έλειπε τίποτα και έλειπαν τα πάντα.