Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

Στο όνομα της Α.



   Παρ’ότι έχουν γυρίσει κάμποσες σελίδες από τότε, η αίσθηση της ανάμνησης παραμένει ολοζώντανη να διαδραματίζεται ξανά και ξανά μπροστά στα μάτια μου. Κι ας μην τα είδα ποτέ πραγματικά. Μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις και όταν αυτές οι λέξεις έχουν ειπωθεί η εικόνα παίρνει σάρκα και οστά και χαράζεται χωρίς δυνατότητα διαγραφής. Μόνο λήθης. Άθελα μου τα βιώνω με την ίδια συχνότητα, ειδικά τα βράδια. Εκείνα τα ελάχιστα μα τόσο αποκρουστικά λόγια, την αδιανόητη συμπεριφορά και την παντελή έλλειψη αντίληψης της ζημίας που αργότερα προκάλεσαν. Έμαθα πως τα τραύματα δεν περιορίζονται μόνο στα παιδικά μυαλά, αλλά εξαπλώνονται και στα κουρασμένα. Βιάστηκα με εμπειρίες που μου στοίχισαν την ηρεμία μου. Η ευκολία της αγάπης να σε ποδοπατά, το πόσο λίγος φαίνεσαι στα μάτια των άλλων κι ας βρίσκονται σε παραλήρημα και η αδυναμία του ανθρώπου που παγιδεύτηκε στο χάος των ψευδαισθήσεων. Κοίτα που η θύμηση των λεπτομερειών προκαλεί το ίδιο σκίσιμο. Μια ιδέα πνιγμού, χωρίς στ’αλήθεια να ξέρεις πώς είναι να πνίγεσαι. Θυμός και μετά άφεση στην επιρροή όλων αυτών των εικόνων.
Μήνες μετά βρέθηκα να προσπαθώ να με πείσω πως το δικαίωμα για λάθη ανήκει σε όλους. Άλλωστε εγώ πώς τα κατάφερα να ξεγλιστρίσω από τα δικά μου; Ανάθεμα.
  Είναι βαρύ, χωρίς καμία υπόνοια παράκαμψης.
  Είναι που διαλύεται μέσα στην θέρμη της ασταμάτητης οικειότητας.
  Και συγχωρείται. Στο όνομα της αγάπης.







Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Σαν ημερολόγιο [12/8/2016]

Walk far far away, to go beside you.



 Εχθές τον είδα. Εχθές του μίλησα και δεν ήταν όπως κάθε φορά. Έβλεπα το πρόσωπό του και τον τρόπο που τα μάτια του περιφέρονταν στο χώρο. Καταλάβαινα τις ανάσες που αβίαστα έπαιρνε για να συνεχίσει να μιλάει. Και μύρισα την αύρα του για να αποτυπωθεί στην περιορισμένη και επιλεκτική μου μνήμη. Μέσα σε όλα αυτά πρόσεξα και την τελετουργία που ακολουθούσε απ’ το να στρίψει ένα τσιγάρο μέχρι και να ρουφήξει την τελευταία τζούρα. Προσπάθησα να μη γίνει αντιληπτή η διαρκής παρατηρητικότητά μου, μη φανώ περίεργη, και μπόρεσα να διακρίνω τα όσα ανύποπτος μου έδειχνε. Χιλιάδες εικόνες το λεπτό και εγώ ήθελα να τις αρπάξω όλες. Με θυμάμαι στιγμές να αναγνωρίζω το παιδί που πράγματι ήταν και άλλες το αρσενικό που ο ίδιος ένιωθε πως υπήρχε. Αυτός ασυγκράτητος και εγώ δεμένη χειροπόδαρα απ’ τον αυτοέλεγχό μου, τόσο που με ξάφνιασα.
  Οι ώρες κυλούσαν και συνειδητοποιούσα ότι χαλούσα, την διάθεσή μου, την όρεξή του, την πολυαναμενόμενη στιγμή μας. Ήταν δεδομένο πως οι διαθέσεις του ήταν άγριες, το ίδιο νόμιζα κι εγώ για μένα. Εξάλλου, τόσον καιρό η εγκεφαλική μας διέγερση είχε κορυφωθεί στο επίπεδο του απρόσωπου. Χημεία το είχαμε ορίσει αλλά όχι σκέτο. Όχι μόνο τις ορμές που προκαλούσε ο ένας στον άλλο ούτε την σχεδόν αδύνατη σύμπτωση των κοινών γούστων. Ήταν και κάτι ανώτερο που άλλοτε αιωρούνταν από πάνω μας, το οποίο αδιάλλακτα αποφάσισε να τερματίσει ο ένας. Τώρα έμειναν μόνο οι ορμόνες και η ψύχρα μιας τυχαίας ηδονής. Η όρεξη μου δεν ελαττώθηκε άδικα, μα ήταν έρμαιο αυτής εδώ της απογοήτευσης. Η παγερή επιφάνεια που κατάφεραν να αγγίξουν δυο άνθρωποι με τόσες δυνατές προοπτικές και η πρόφαση της απόστασης που την εδραίωσε. Μάλιστα, ήταν περίεργο που η αναμονή και ο συμβιβασμός μηνών δεν οδήγησε σε μια έκρηξη διαχυτικότητας και παρορμητικότητας. Δεν συνέβη καμία εκδήλωση κρυμμένων πόθων ούτε μια αίσθηση πλήρωσης και ικανοποίησης,
  Σε αυτό το σημείο διευκρινίζω πως τούτες οι ελλείψεις αφορούν το πρόσωπό μου, το άλλο μέτωπο παραμένει ένα παιδί, δεν καταλαβαίνει το βάρος. Τον δικαιολογώ. Καλύτερα που δεν ξέρει ακόμη αυτά που εγώ έμαθα στην ηλικία του. Ίσως πάλι να φταίει που ποτέ δεν με έθεσε πραγματικά εκεί που έλεγε. Υπήρξε πληγωμένος και του έλειπε η σταθερή φροντίδα και αγάπη και αυτά ήταν που του έδωσα. Μια μέρα δεν τα χρειαζόταν άλλο, αυτή η ανάγκη υποχώρησε. Τον κατανοώ. Όλοι λίγο ή πολύ, άθελα μας, πατήσαμε σε κάποιον για να νιώσουμε καλά. Άθελά του λοιπόν. Αυτό με παρηγορεί. Ηθελημένα λοιπόν τον πίστεψα. Αυτό μου φέρνει απογοήτευση. Ακόμα μία φορά πιάστηκα από ένα σπάνιο για μένα αίσθημα και το άφησα παραδομένη να με ελέγξει. Το χειρότερο είναι πως δεν μπορώ να αποδώσω ευθύνες σε κανέναν για το άδοξο τέλος, το  μέλλον ήταν δεδομένο πριν ακόμη αρχίσει και αν θυμάμαι καλά αυτός ξεκίνησε. Ξεκίνησε με την γραμμή τερματισμού ένα βήμα μπροστά και ήταν ο μόνος που την διέκρινε.
  Εχθές τον είδα και δεν ήταν όπως κάθε φορά. Δεν έλειπε τίποτα και έλειπαν τα πάντα.