Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Κυρίαρχο συναίσθημα: Απογοήτευση


Οι μέρες διατάζουν Απογοήτευση.
Λένε πως όταν απογοητεύεσαι, είναι γιατί το μυαλό σου είχε παγιδευτεί σε μια ψευδή εικόνα.
Ή μάλλον σε μια εικόνα ενός παζλ που εσύ έφτιαξες γιατί έτσι σε βολεύει.

Μου θυμίζει τη στιγμή που ονειρεύεσαι και αυτό που βλέπεις είναι τόσο ουτοπικό, που παρακαλάς να μην έχει φτάσει η ώρα να τρελαθεί το ξυπνητήρι.
Η επιστροφή στην πραγματικότητα είναι το πιο δύσκολο κομμάτι.
Και τον τελευταίο καιρό δεν έχω σταματήσει να κοπανάω το κεφάλι μου στη γωνία της πραγματικότητας.
Ωστόσο δε δίνω σημασία, του βάζω πάγο και περνάει. Έτσι αντιμετωπίζω εγώ την πραγματικότητα. Με πάγο.

Αλλά την Απογοήτευση δεν την ξεφορτώνεσαι ποτέ.
Ούτε με πάγο, ούτε με το πέρας του χρόνου.
Τι να της ακουμπήσω πάνω να γιάνει;






Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

1/4


Σήμερα έπιασα τον εαυτό μου να του λείπεις.
Όχι εσύ.
Τα μάτια σου
και η απόλυτη σιγή ανάμεσα μας, φορτισμένη μ'όλου του κόσμου τα ηλεκτρόνια.
Είναι μια απ'αυτές τις μέρες που θα'θελα, έστω για λίγο, να δω ένα σημάδι σου.
Να καθησυχάσω τον εαυτό μου πως δεν κλότσησες το 'κάρμα' στην άκρη.
Πως θυμάσαι. Πως με θυμάσαι.
Δεν ήσουν μια ζακέτα που έβαλα όταν κρύωνα.
Ήσουν πάνω στο δέρμα μου,
στον βρώμικο αέρα της πόλης που ανέπνεα,
στο κόκκινο φεγγάρι.
Και τώρα δεν σε αισθάνομαι. Μα σε ψάχνω ακόμα.
Πού είσαι;
Πάντα μου άφηνες σημάδι. Βαρέθηκες; Ή χάθηκες;
Αφού στο φώναξα. Τέσσερις θέσεις έχω στη καρδιά μου. Η μία απ'αυτές είναι δική σου.
Δε σου αρέσει;
Γιατί δε θυμάσαι;
Γιατί δεν απαντάς;



Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

'' Γιορτή ''


Ημέρα '' γιορτής '' σήμερα.
Ο χρόνος μας βαφτίζει ξένους.
Καιρός ήταν...Για κάποιους.
Είναι και το δίλημμα του χρώματος που το καθυστερεί.
Μπλε ή μαύρο να'ναι το μαντήλι;
Ποιος μίλησε για δάκρυα; Αυτά δε γίνονται με το ζόρι.
Άμα δεν είναι αμοιβαία, τι να τα κάνεις;

Αλλά εσύ, μη παρασυρθείς απ'τον όχλο.
Φρόντισε το εισιτήριο σου να'ναι με επιστροφή.
Θυμήσου το μέρος που ανήκεις, πριν σε ξεχάσει αυτό.
Δε θα αγοράσω μαντήλι για σένα.
Όχι ακόμα.

Ημέρα '' γιορτής '' σήμερα.
Ένα ποτήρι κρασί για μένα.
Κατέληξα στο μπλε μαντήλι. Το μαύρο θυμίζει πένθος.
Γιορτάζω σήμερα.




Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

A world full of ''others''


Από μικρή μου λέγανε πως όταν μεγαλώσω θα έρθουν να με βρουν κάτι μικρά ανθρωπάκια, σαν εμένα, και θα σταθούν δίπλα μου. Όταν έρθει εκείνη η ώρα πάει να πει πως έγινα τρωτή και ο καθένας μπορεί να δει μέσα μου. Μου είπανε να περιμένω 5 λεπτά πριν ενθουσιαστώ. Δε χρειάζεται να μιλήσω, απλά να ζητήσω απ'τα ανθρωπάκια να μην κλείσουν τα μάτια. Μετά είτε θα χαμογελάσω ή θα νιώσω κρύο να με διαπερνάει.
Το κακό είναι πως δεν σταματάω να κρυώνω, παρά μόνο για λίγα λεπτά. Είναι ανακουφιστική η ζέστη κάπου κάπου.
Και είναι λίγα. Τόσο λίγα. Ίσως 2-3 ζευγάρια μάτια.

Όταν κάτι δεν γίνεται αντιληπτό, απορρίπτεται. Πετιέται στα σκουπίδια, παρέα με όλα τα ασύμβατα του κόσμου. Ποιος θέλει να ασχολείται με είδη προς εξαφάνιση; Αφού με τον καιρό θα χαθούν κι αυτά.
Πονάω, κρυώνω εδώ μέσα που με χώσανε. Γιατί μου το κάνανε; Επειδή δεν τους μοιάζω;
Μου κλέψανε όλα αυτά με τα οποία τόλμησα και δέθηκα. Φοβάμαι.

Αυτή η αίσθηση, που προκαλεί η έλλειψη μιας θέσης στο κόσμο, γίνεται όλο και πιο βασανιστική. Όπως στις αναμνήσεις του τότε, έτσι και τώρα επικρατεί η χολέρα. Αυτή η αρρώστια αναγκάζει τους πάντες να σε σιχαθούν, ακόμη κι αν είσαι ένα αστέρι καθισμένο σε πρώτο τραπέζι φεγγάρι.

Κάθε ανάσα αποχαιρετά και ένα πολύτιμο συναίσθημα. Είναι άχρηστα. Βουρκώνουν το ποτάμι που ρέει μέσα μου. Βλέπω πόνο και λέω απλά '' Περαστικά ''. Στις πόσες ανάσες είμαι, είπαμε;





Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

me, myself and I


Μεγάλε, σαπισμένε μου εαυτέ ως πότε θα σκίζεις μία μία τις κλωστές που σε κρατούν αρτιμελή, παραδομένος σε υποσυνείδητες απαιτήσεις και λόγια υψωμένα στο άπειρο; Κάθε μέρα σου ψιθυρίζω. Κάθε μέρα σου φωνάζω. '' Πήρες ποτέ αυτό που ήθελες, χωρίς να χάσεις κάτι άλλο; '' Χάνεις. Χάνεις λίγο παραπάνω απ'όλο το κόσμο σε δολάρια. Πρώτα ένα χαμόγελο. Μετά λεπτά, ώρες, μέρες. Κι ύστερα το μυαλό σου καταντά κούφιο, του μιλάς και η ηχώ σου το διατρυπάει σα τη βελόνα στο δέρμα. Τέλος, σα μια ανίατη αρρώστια, κάνει μετάσταση στη καρδιά. Όταν φτάσεις εκεί, ναι εσύ καημένε μου εαυτέ, προσπαθείς κάθε φορά με βελόνα και κλωστή να τη ράψεις ξανά. Θες να διατηρηθεί λίγο ακόμα. Κανένας δεν αξίζει τις σταγόνες αίματος που πέφτουν στο πάτωμα η μια πάνω στην άλλη. Ακόμη κι όταν δείχνεις με το δάχτυλο σου τους εκλεκτούς, δεν είναι παρά οι σκιές τους κάτω απ'το θολό φως.
 
Αφελή εαυτέ μου, άραγε από πότε πιστεύεις σε χιλιοειπωμένες λέξεις, απλά και μόνο επειδή τα μάτια που στις λένε τα συναντάς πρώτη φορά; Επειδή σε ένα βλέμμα τους παραπατάς πάνω σ'έναν αδιάφορο κόσμο και όλα τα τρεμάμενα βελάκια σε οδηγούν σ'αυτά; Κάθε φορά τα μάτια επωμίζονται όλες τις ευθύνες. Τολμάς να αποδώσεις κατηγορίες σε σένα; Σε ένα τρύπιο μυαλό; Σε μια πρόχειρα δεμένη καρδιά;

Κουρασμένε μου εαυτέ, γιατί αρνείσαι να κοιμηθείς; Είναι αυτά τα όνειρα που σε κάνουν να στριφογυρνάς πάνω στο ιδρωμένο σεντόνι. Κάθε φορά ο ίδιος φόβος. Το ίδιο όνειρο. Ένα σκοτεινό δωμάτιο με εννιά ή δέκα διακόπτες. Φτάνεις μέχρι τον τελευταίο και το φως δεν έρχεται ποτέ. Και τότε αναγκάζεσαι να κλείσεις σφιχτά τα μάτια για να τα ανοίξεις ξύπνιος, ζαλισμένος απ'τη νύστα.

Ω εαυτέ μου, πόσο ονειροπόλος είσαι πια; Δε σε νοιάζουν όλα αυτά. Αφού ζεις στον δικό σου κόσμο. Το άπειρο για σένα είναι απτό. Εκεί συνέχεια μαλώνεις για ένα χαμόγελο, μερικές φορές το υπερασπίζεσαι κιόλας. Και τώρα πάλι βρίσκεσαι μπροστά από ένα ρολόι και περιμένεις. Απλά περιμένεις αυτό που ζήτησες από ένα πεφταστέρι, να βγει αληθινό. Πότε θα μάθεις; Πότε θα μάθεις ότι οι λέξεις με το καιρό ξεχνιούνται;